Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Αξιολόγηση των επιπτώσεων του Ρωσικού εμπάργκο στο διεθνές εμπόριο αγροτικών προϊόντων

"Πως επηρεάζεται το διεθνές εμπόριο αγροτικών προϊόντων. Αντικρουόμενα συμφέροντα διαμορφώνουν τη στάση της Ε.Ε." 

Του Γιώργου Βλόντζου,
Λέκτορα Τμήματος Γεωπονίας Φυτικής Παραγωγής & Αγροτικού Περιβάλλοντος Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Στις 6 Αυγούστου 2014 ο Πρόεδρος της Ρωσικής ομοσπονδίας Vladimir Putin υπέγραψε διάταγμα που απαγορεύει πλέον για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους την εισαγωγή μιας σειράς αγροτικών προϊόντων από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τον Καναδά, την Αυστραλία και το Βασίλειο της Νορβηγίας στη Ρωσική αγορά, προκειμένου να προστατευθεί η εθνική ασφάλεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο επίσημο κείμενο της Ρωσικής προεδρίας. 

Οι άμεσες επιπτώσεις, σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς της ΕΕ δεν είναι όμοιες σε όλα τα κράτη μέλη σε οικονομικό αντίκτυπο,... διαφοροποιούμενες ανάλογα με την ένταση των εμπορικών δεσμών που έχουν αναπτυχθεί και με βάση τα είδη που η κάθε χώρα εξάγει. 

Με βάση αυτούς τους υπολογισμούς, η χώρα με τις μεγαλύτερες απώλειες είναι η Λιθουανία, με ζημιές να εκτιμούνται ότι θα αγγίξουν τα 927 εκ €, με δεύτερη την Πολωνία, με ζημιές ύψους 841 εκ €. Η Ελλάδα σε αυτή τη λίστα οικονομικών απωλειών απέχει αρκετά από τα νούμερα που ήδη έχουν αναφερθεί, μετρώντας απώλειες ύψους 125 εκ €, σε μια συγκυρία όμως που τέτοιου είδους απώλειες έχουν ιδιαίτερα σημαντικό αρνητικό αποτέλεσμα, τόσο στην πραγματική οικονομία, όσο και στα δημόσια οικονομικά της χώρας. 

Σε επίπεδο ΕΕ το σύνολο των ζημιών από το ρωσικό εμπάργκο εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 5,25 δις €. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει μια σειρά αγροτικών προϊόντων, τόσο φυτικής όσο και ζωικής προέλευσης, των οποίων η διαπραγματευτική δύναμη είναι τελείως διαφορετική. Για παράδειγμα, τα νωπά λαχανικά όπως τομάτες, ή πιπεριές πλήττονται πολύ περισσότερο, σε σύγκριση με τα μήλα ή το βόειο και το χοιρινό κρέας, επειδή τα πρώτα δεν μπορούν να αποθηκευτούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως είναι εφικτό με τη δεύτερη κατηγορία. 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι αντιδράσεις για το εμπάργκο ποικίλουν, τόσο σε επίπεδο αγροτών, όσο και σε επίπεδο κυβερνήσεων, αποδεικνύοντας με τον πλέον εμφανή τρόπο το έλλειμμα κεντρικής διακυβέρνησης και άμεσης αντιμετώπισης κρίσιμων εξελίξεων, όπως αυτής. Μια σειρά από πληροφορίες, που δεν είναι ευρέως γνωστές, θα βοηθήσουν τον αναγνώστη να αντιληφθεί πλήρως το μέγεθος των αντικρουόμενων συμφερόντων που υπάρχουν στους κόλπους της ΕΕ και που τελικά διαμορφώνουν τη στάση της.

Από το 1996 η συντριπτική πλειοψηφία των εμπορικών διαφορών, ακόμη και για θέματα που αφορούν εμπόριο αγροτικών προϊόντων, διευθετούνται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), που συστήθηκε μετά τη λήξη των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί από τον Αύγουστο του 2012 και η Ρωσία, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις διάρκειας περίπου είκοσι ετών, έγινε πλήρες μέλος του ΠΟΕ. 

Ο Οργανισμός αυτός, μέσα από συνεχείς διακρατικές διαπραγματεύσεις, διαμορφώνει το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο εκτέλεσης εμπορικών συναλλαγών για σχεδόν όλα τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων και των αγροτικών. Όταν υπάρχει μια διαφωνία μεταξύ κρατών, σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων αυτών, υπάρχει η διαδικασία επίλυσης διαφορών (dispute settlement procedure) που τελικά αποφαίνεται ποιος έχει παραβιάσει τους κανόνες. 

Η Ρωσία τον Ιανουάριο του 2014 με ανακοίνωσή της επέβαλε απαγόρευση εισαγωγών χοιρινού κρέατος από χώρες μέλη της ΕΕ, εξαιτίας της εμφάνισης μιας ζωονόσου των χοίρων σε περιοχές της Πολωνίας και της Λιθουανίας. Η απαγόρευση αυτή αφορά το σύνολο των χωρών της ΕΕ, ακόμη και εκείνων στις οποίες δεν έχει εντοπιστεί η ασθένεια και εφαρμόζεται όχι μόνο για ζώντα ζώα, αλλά και για προϊόντα κρέατος, παρόλο που είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η ασθένεια δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο με την κατανάλωση χοιρινού κρέατος. 

Για το λόγο αυτό η ΕΕ κατέθεσε φάκελο στον ΠΟΕ, κατηγορώντας τη Ρωσία ότι εσφαλμένα απαγόρευσε την εισαγωγή χοιρινού κρέατος από τις χώρες μέλη της. Η διαδικασία αυτή συνήθως είναι χρονοβόρα και μέχρι αυτή τη στιγμή η Ρωσία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να καθυστερήσει τη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς. Απόρροια της απαγόρευσης αυτής είναι η απώλεια 580 εκ € από χώρες όπως η Πολωνία, η Λιθουανία, η Γερμανία κα. 

Η απαγόρευση αυτή συμπίπτει χρονικά με τις προσπάθειες που γινόταν για την υπογραφή συμφωνίας σύστασης και λειτουργίας Ζώνης Ελεύθερων Εμπορικών Συναλλαγών (Free Trade Zone Agreement) μεταξύ της ΕΕ και της Ουκρανίας. Τελικά η Συμφωνία αυτή υπεγράφη μεταξύ της ΕΕ και της Ουκρανίας, Γεωργίας και Μολδαβίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι σε παρόμοια απαγόρευση εισαγωγών είχε προχωρήσει η Ρωσία στο παρελθόν και για κρασιά και γαλακτοκομικά προϊόντα με χώρα καταγωγής τη Γεωργία.

Η κλιμάκωση της έντασης στην Ουκρανία, μετέτρεψε την απαγόρευση εισαγωγών χοιρινού κρέατος σε εμπάργκο εισαγωγών μεγάλου αριθμού αγροτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου και του χοιρινού κρέατος, με τη Ρωσία όμως τώρα να μην επικαλείται λόγους ασφάλειας τροφίμων, αλλά λόγους εθνικής ασφάλειας. Στη χρονική αυτή στιγμή διαπιστώνεται η πρώτη, αλλά πολύ σημαντική, μη κοινή στάση των χωρών μελών της ΕΕ, αφού μόνο η Πολωνία ζήτησε επίσημα την προσφυγή της ΕΕ στον ΠΟΕ για την επίλυση του θέματος που προέκυψε. 

Για το λόγο αυτό ο Πολωνός Υπουργός γεωργίας Marek Sawicki συναντήθηκε τόσο με τον Επίτροπο γεωργίας της ΕΕ Dacian Ciolos, όσο και με τον εμπορικό Επίτροπο της ΕΕ στον ΠΟΕ Karel De Gucht για την επίσπευση των διαδικασιών προσφυγής. Η πρωτοβουλία αυτή δεν έτυχε ένθερμης υποδοχής από τις Βρυξέλλες, οι οποίες επέλεξαν να υιοθετήσουν μια στάση αναμονής σε πρώτη φάση, μη αποκλείοντας όμως τελικά την προσφυγή.

Παράλληλα με αυτές τις επίσημες ενέργειες όμως έγιναν απόπειρες και από Ελληνικής πλευράς, να εισαχθούν ποσότητες αγροτικών προϊόντων στη Ρωσία, μέσω χωρών όπως η Λευκορωσία, το Καζακστάν, ακόμη και τα νησιά Φαρόε, κάτι που έγινε άμεσα αντιληπτό από τον Rosselkhoznadzor που είναι ο Ρωσικός ομοσπονδιακός εποπτικός οργανισμός για την υγειονομική και φυτοϋγειονομική ασφάλεια στη χώρα. 

Μάλιστα, σε πρόσφατες δηλώσεις του, στο πρακτορείο ITAR TASS, αλλά και σε επίσημη ανακοίνωση που αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του Οργανισμού, ο διευθυντής του Sergei Dankvert κατηγόρησε την Πολωνία και την Ελλάδα ότι προσπάθησαν να παραβιάσουν το εμπάργκο, επιχειρώντας να εισάγουν μήλα, ροδάκινα, δαμάσκηνα και τομάτες, δηλώνοντας ως χώρες προέλευσης την Τουρκία, τη Σερβία, την Μακεδονία(!;), ακόμη και τη Ζιμπάμπουε, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποδεικνύεται με τα ανάλογα έγγραφα. 

Μετά από αυτά τα φαινόμενα, ο πρόεδρος του οργανισμού είχε συναντήσεις με τις κυβερνήσεις, τόσο της Λευκορωσίας, όσο και του Καζακστάν, προκειμένου να υπάρξει ο μέγιστος δυνατός συντονισμός μεταξύ τους, προκειμένου να μην υπάρξουν επιτυχείς παρόμοιες απόπειρες στο μέλλον. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η εντυπωσιακή αποχή της Ελβετίας από τη διένεξη αυτή, απορρίπτοντας πρώτα το αίτημα της Ρωσικής πλευράς να χρησιμοποιηθεί το έδαφός της και η τραπεζική υποδομή της για να αποφύγει την επιβολή των μέτρων που επιβλήθηκαν από τις χώρες της Δύσης και στη συνέχεια απορρίπτοντας και πάλι αιτήματα από χώρες της δύσης να επανεξάγει προϊόντα των χωρών τους στη Ρωσία, επικαλούμενη το γεγονός ότι δεν μπορεί να εκδώσει πιστοποιητικά υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής ασφάλειας για προϊόντα που δεν έχουν παραχθεί εντός της επικράτειάς της.

Αναζητώντας στο παρελθόν παρόμοιες περιπτώσεις επιβολής εμπάργκο τροφίμων, ως απόρροια διεθνούς έντασης, η μόνη περίπτωση που έχει κάποια κοινά χαρακτηριστικά είναι αυτή της επιβολής εμπάργκο εξαγωγών δημητριακών των ΗΠΑ προς την τότε Σοβιετική Ένωση το 1980, από τον Πρόεδρο Jimmy Carter, όταν αντίστοιχα, Γενικός Γραμματέας της ΕΣΣΔ ήταν ο Leonid Brezhnev, ως τιμωρία για την εισβολή της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν! Το εμπάργκο αυτό δεν θα στεφόταν με επιτυχία, γιατί το κενό που δημιουργήθηκε γρήγορα καλύφθηκε από άλλες χώρες, με κύρια αυτή της Αργεντινής. Τελικά, αμέσως μετά την εκλογή του, ο Πρόεδρος Ronald Reagan ήρε το εμπάργκο, ζητώντας την ίδια στιγμή αύξηση των ποσοτήτων δημητριακών που εισήγαγε η ΕΣΣΔ από τις ΗΠΑ πριν την επιβολή του!

Την παρούσα χρονική στιγμή, η λειτουργία του ΠΟΕ έχει διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας των διεθνών αγορών, μειώνοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα δραστικής παρέμβασης των κυβερνήσεων, όπως συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν. Στις περισσότερες των περιπτώσεων κυβερνήσεις που επιχειρούσαν με ηχηρό τρόπο να παρέμβουν στη λειτουργία των αγορών, κατηγορούνταν στη συνέχεια για νόθευση του ανταγωνισμού, όπως πολλές φορές συνέβη και με την ΕΕ στο πρόσφατο παρελθόν. 

Εκείνο όμως που δεν έχει αναδειχθεί στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες του βόρειου ημισφαιρίου, είναι ότι η οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση γίνεται με χρήματα του συνόλου των φορολογούμενων πολιτών ή έχουν άμεσες επιπτώσεις σε αυτούς. Το αμερικανικό εμπάργκο δημητριακών κατέρρευσε και εξαιτίας των εσωτερικών αντιδράσεων των παραγωγών που έβλεπαν να χάνεται μια πολύ σημαντική αγορά για αυτούς. 

Μελετώντας προσεκτικά το διάταγμα Putin για την επιβολή του εμπάργκο, παρατηρεί κανείς ότι τέσσερις από τις συνολικά επτά παραγράφους του διατάγματος αφορούν σε οδηγίες σε εσωτερικά όργανα της Ρωσικής ομοσπονδίας, προκειμένου να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να εξαλειφθούν τυχόν αναταράξεις και σημαντικές αυξήσεις τιμών στα προϊόντα που πλήττονται από αυτό. Παράλληλα ο Ρωσικός εποπτικός μηχανισμός έχει ήδη προβεί σε επαφές με χώρες του Νότιου ημισφαιρίου, όπως Αργεντινή και Βραζιλία, για την κάλυψη των κενών που προκύπτουν στη Ρωσική αγορά. 

Το σχετικά νέο αυτό πλαίσιο λειτουργίας των αγορών δεν αναγνωρίζει, στο βαθμό που γινόταν παλαιότερα, παραγωγικά συστήματα που πρέπει να τυγχάνουν ιδιαίτερης προστασίας, όπως αυτό των αγροτών. Με πιο απλά λόγια, αν η ΕΕ αποφάσιζε να αποζημιώσει με σημαντικά ποσά τους αγρότες που πλήττονται, μπορούσαν να εγείρουν ανάλογες απαιτήσεις όλοι οι κλάδοι που πλήττονται με άμεσο ή έμμεσο τρόπο από το εμπάργκο, όπως αυτοκινητιστές που μεταφέρουν τα προϊόντα, βιομηχανίες διαλογής, τυποποίησης και συσκευασίας, εποχικοί εργάτες σε αυτές και πλήθος άλλων επαγγελματικών ομάδων των οποίων το εισόδημα επηρεάζεται. 

Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι, εφόσον η ΕΕ παρενέβαινε με σημαντικές αποζημιώσεις, είναι υψηλή η πιθανότητα προσφυγής κρατών, που θα πλήττονταν από την παρέμβαση αυτή, στον ΠΟΕ με την κατηγορία της νόθευσης ανταγωνισμού. Εξίσου σημαντικές ωστόσο θα μπορούσαν να είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της, από την πλευρά του συνόλου των φορολογούμενων πολιτών, για παροχή αποζημιώσεων χωρίς την ύπαρξη ισχυρής τεκμηρίωσης για την αναγκαιότητά τους, καθώς σε πολλές περιπτώσεις προϊόντων, υπάρχει η εναλλακτική της αποθήκευσης και διοχέτευσής τους σε άλλες αγορές. 

Άλλωστε αυτή είναι και η στρατηγική που ακολουθείται ήδη από πολλές χώρες που έχουν τη δυνατότητα να αποθηκεύσουν προϊόντα και να τα προωθήσουν σε νέες αγορές, όπως συμβαίνει με το γερμανικό χοιρινό, που προωθείται σε αγορές των Φιλιππίνων, της Ιαπωνίας και της Νοτίου Κορέας, εκμεταλλευόμενοι παράλληλα την αποχώρηση χωρών του νοτίου ημισφαιρίου από αυτές, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες της Ρωσικής αγοράς, όπως περίπου είχε συμβεί και στην περίπτωση του Αμερικανικού εμπάργκο δημητριακών προς την ΕΣΣΔ το 1980.

Η παρουσίαση όλων αυτών των στοιχείων έχει σαν στόχο να γίνει αντιληπτό το πόσο πολύπλοκες είναι πλέον οι εμπορικές συναλλαγές, καθώς και σε ποιο βαθμό μεσομακροπρόθεσμα έχει μειωθεί η δυνατότητα κρατικής παρέμβασης στο διεθνές εμπόριο. Τα ερωτήματα που εύλογα προκύπτουν λοιπόν είναι πρώτον αν θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί μια τέτοια εξέλιξη, αν υπάρχουν αποτελεσματικοί τρόποι προστασίας των παραγωγών στο μέλλον από παρόμοιες ενέργειες, καθώς και αν η στρατηγική που ακολουθεί η χώρα είναι η πλέον ενδεδειγμένη.

Η περίπτωση της απαγόρευσης εισαγωγών χοιρινού κρέατος αμέσως μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία, η συνεχής πίεση της Ρωσίας στα πρώην κράτη μέλη της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης με συνεχή εμπάργκο σε τρόφιμα, όπως γαλακτοκομικά, κρέατα, κρασιά κα κατεδείκνυε τις προθέσεις της Ρωσικής ηγεσίας για εστίαση των μέτρων πίεσης σε έναν πόλεμο τροφίμων, με θύματα αυτή τη φορά τους ίδιους τους Ρώσους πολίτες, ανασύροντας στις μνήμη των παλαιοτέρων καταστάσεις που παραπέμπουν σε καταστάσεις ψυχρού πολέμου. 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην Πολωνία υπάρχει ήδη διαφημιστική καμπάνια, προτρέποντας τους Πολωνούς να αυξήσουν την κατανάλωση μήλων για να αποδείξουν τα εχθρικά τους αισθήματα απέναντι στον Πρόεδρο Putin (Eat apples to spite Putin), θυμίζοντας στους παλαιότερους ένα παρόμοιο σλόγκαν της Ελληνικής πραγματικότητας Ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα!

Ακόμα όμως και αν είχε προβλεφθεί κάτι τέτοιο, η ΕΕ δεν έχει τους απαραίτητους σύγχρονους μηχανισμούς προστασίας των παραγωγών και γενικότερα των παραγωγικών συστημάτων που δραστηριοποιούνται στην επικράτειά της και γενικότερα δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι θεσμικοί φορείς διαχείρισης του επονομαζόμενου επιχειρηματικού ρίσκου. 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μόνο από το Ηνωμένο Βασίλειου και συγκεκριμένα από τον αρμόδιο για θέματα αγροτικής ανάπτυξης γραμματέα της Σκωτίας Richard Lochhead, υπήρξε πρόταση για τη θέσπιση κάποιου είδους ασφάλισης των εξαγωγών σαν ένα μέτρο άμβλυνσης των κινδύνων που αναλαμβάνουν οι ιχθυοκαλλιεργητές σκουμπριού, ζητώντας από την ομόλογό του Υπουργό της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου Elizabeth Truss να επιτρέψει τη ρήψη στη θάλασσα των ποσοτήτων σκουμπριού που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στα εκτροφεία, έτσι ώστε να αλιευθούν αργότερα, όταν βρεθούν οι ανάλογες αγορές, χωρίς παράλληλα να επιβαρυνθούν οι εκτροφείς με έξοδα αποθήκευσης!

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο έλλειμμα σήμερα της ΕΕ. Πέρα από το γεγονός ότι ο τρόπος διακυβέρνησης δημιουργεί τεράστια προβλήματα στα κράτη μέλη, δημιουργεί κοστοβόρες αναπτυξιακές ανασχέσεις το γεγονός ότι, ενώ εκπροσωπείται σε σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς, όπως αυτός του ΠΟΕ, ως μία κρατική οντότητα, στο εσωτερικό της συνεχίζει να υπάρχει μια απόλυτη εθνικοκεντρική αντιμετώπιση των θεμάτων που ενίοτε προκύπτουν, συνεχίζοντας να τραυματίζει τη συγκρότηση της, αναγκαίας πλέον, ευρωπαϊκής ταυτότητας και κάνοντας ακόμη πιο μακρινό όνειρο την πολυπόθητη ευρωπαϊκή συνοχή. 

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναδειχθεί και η υπεροχή των ΗΠΑ στο ζητούμενο της διαχείρισης του επιχειρηματικού ρίσκου. Το πρόσφατα ψηφισμένο νομοσχέδιο που αφορά το Υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ (2014 Farm Bill) έρχεται να εκσυγχρονίσει και να προσαρμόσει ήδη προϋπάρχοντες θεσμούς που προστατεύουν παραγωγούς και συνεργάτες τους από παρόμοιες αρνητικές καταστάσεις, σαν αυτής του εμπάργκο, προστατεύοντας παράλληλα τους φορολογούμενους από απαιτήσεις για αποζημιώσεις από πλευράς των θιγόμενων πλευρών. Τέτοιοι φορείς στις ΗΠΑ είναι η Export-Import Bank, η Meridian Finance Group, καθώς και η Small Business Administration που ειδικεύεται στη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στο χώρο των εξαγωγών.

Τέλος, όσον αφορά στην Ελληνική στρατηγική, είναι ίσως λυπηρό το γεγονός ότι παρόλο που η χώρα αποτελεί ιδρυτικό μέλος των τότε συνομιλιών για την επίτευξη της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ), ίσως πιο γνωστής ως GATT (General Agreement on Tariffs and Trade) το 1947, που εξελίχθηκε στον σημερινό ΠΟΕ, δεν συντάχθηκε με τη στρατηγική της Πολωνίας για την ενεργοποίηση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ, έστω και ως μέσο πίεσης για τον τερματισμό αυτής της έκρυθμης κατάστασης. 

Από την άλλη πλευρά οι θιγόμενοι παραγωγοί βλέπουν ως μόνη σανίδα σωτηρίας το κράτος, απαιτώντας από αυτό άρον άρον αποζημιώσεις, αγνοώντας όλο το νέο περιβάλλον αγροτικής και εμπορικής επιχειρηματικότητας που ισχύει τα τελευταία χρόνια. Επιπρόσθετα θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα άκρως υφεσιακό περιβάλλον όπου κυριαρχεί η πιστωτική ασφυξία και το υψηλότατο κόστος χρήματος, αυξάνοντας στον υπερθετικό βαθμό τις επιπτώσεις από αρνητικές εμπορικές εξελίξεις, σαν αυτές που βιώνει μέρος του αγροτικού κόσμου σήμερα.

Αντί επιλόγου, θα διακινδυνεύσω κάποιες προβλέψεις, ελπίζοντας πραγματικά να επαληθευτώ. Πιστεύω λοιπόν, ότι οι πιέσεις που θα ασκηθούν από οικονομικούς παράγοντες σε όλες τις κυβερνήσεις που εμπλέκονται στη διένεξη αυτή, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσικής πλευράς, θα θέσουν τέρμα στο εμπάργκο αυτό πολύ πιο σύντομα από τη διάρκεια που αρχικά ανακοινώθηκε ότι θα ισχύσει, δηλαδή του ενός έτους. Καθοριστικής σημασίας θα είναι η επόμενη σύνοδος των χωρών μελών του ΝΑΤΟ στην Ουαλία το Σεπτέμβριο. 

Οι οικονομίες σε διεθνές επίπεδο έχουν διασυνδεθεί τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια που δεν αντέχουν πρακτικές της ψυχροπολεμικής περιόδου, που ακόμη και τότε όταν εφαρμοζόταν, είχαν σημαντικά αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα για όλους. Παρόλα αυτά είναι εξίσου αναγκαίο ο παραγωγικός κόσμος της χώρας, μέσα από τους θεσμούς που τον εκπροσωπούν, να συνειδητοποιήσει σε ποιο περιβάλλον δραστηριοποιείται και να διατυπώσει σύγχρονες προτάσεις, που και θα τον προστατεύουν, αλλά και θα του παρέχουν τα απαραίτητα εργαλεία για την κατάκτηση νέων και απαιτητικών αγορών. 

Τέλος, θα πρέπει και το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, να αντιληφθεί ότι υπάρχει σημαντικό χαμένο έδαφος σε σύγκριση με άλλους ανταγωνιστές, και ότι είναι πλέον καιρός να εκσυγχρονίσει τα τραπεζικά προϊόντα που παρέχει στους παραγωγούς, που να είναι ικανά να τους προστατεύσουν σε αντίξοες συνθήκες και να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη, αξιοποιώντας τεχνογνωσία που ήδη υπάρχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου